βραδυπορία
•
- η πορεία που γίνεται με αργό ρυθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραδυπορία < βραδυπορ(ώ) + -ία. Αναλύεται σε βραδυ- + -πορία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βραδυπορία | βραδυπορίες |
| Γενική | βραδυπορίας | βραδυποριών |
| Αιτιατική | βραδυπορία | βραδυπορίες |
| Κλητική | βραδυπορία | βραδυπορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →