Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρακοφόρος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που φοράει βράκα, συνήθως οι νησιώτες π.χ. ο Κρητικός, ο Κυπραίος κ.α. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βρακοφόρος < βράκ(α) + -ο- + -φόρος (< φέρω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβρακοφόρος / βρακοφόρα / βρακοφόρος / βρακοφόροβρακοφόροι / βρακοφόρες / βρακοφόροι / βρακοφόρα
Γενικήβρακοφόρου / βρακοφόρας / βρακοφόρου / βρακοφόρουβρακοφόρων / βρακοφόρων / βρακοφόρων / βρακοφόρων
Αιτιατικήβρακοφόρο / βρακοφόρα / βρακοφόρο / βρακοφόροβρακοφόρους / βρακοφόρες / βρακοφόρους / βρακοφόρα
Κλητικήβρακοφόρε / βρακοφόρα / βρακοφόρε / βρακοφόροβρακοφόροι / βρακοφόρες / βρακοφόροι / βρακοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

βρακοφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φοράει βράκα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βρακοφόρος < βράκ(α) + -ο- + -φόρος (< φέρω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβρακοφόροςβρακοφόραβρακοφόρο
Γενικήβρακοφόρουβρακοφόραςβρακοφόρου
Αιτιατικήβρακοφόροβρακοφόραβρακοφόρο
Κλητικήβρακοφόρεβρακοφόραβρακοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβρακοφόροιβρακοφόρεςβρακοφόρα
Γενικήβρακοφόρωνβρακοφόρωνβρακοφόρων
Αιτιατικήβρακοφόρουςβρακοφόρεςβρακοφόρα
Κλητικήβρακοφόροιβρακοφόρεςβρακοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →