βρακοφόρος
•
- αυτός που φοράει βράκα, συνήθως οι νησιώτες π.χ. ο Κρητικός, ο Κυπραίος κ.α. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρακοφόρος < βράκ(α) + -ο- + -φόρος (< φέρω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρακοφόρος / βρακοφόρα / βρακοφόρος / βρακοφόρο | βρακοφόροι / βρακοφόρες / βρακοφόροι / βρακοφόρα |
| Γενική | βρακοφόρου / βρακοφόρας / βρακοφόρου / βρακοφόρου | βρακοφόρων / βρακοφόρων / βρακοφόρων / βρακοφόρων |
| Αιτιατική | βρακοφόρο / βρακοφόρα / βρακοφόρο / βρακοφόρο | βρακοφόρους / βρακοφόρες / βρακοφόρους / βρακοφόρα |
| Κλητική | βρακοφόρε / βρακοφόρα / βρακοφόρε / βρακοφόρο | βρακοφόροι / βρακοφόρες / βρακοφόροι / βρακοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →