βρακωμένος
•
- που φορά βρακί και παντελόνι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπολύ φτωχός, ντυμένος με ευπρέπεια· (συνεκδοχικά) που έχει ξεφύγει από την αθλιότητα, που κάνει προσπάθειες για να γίνει εμφανίσιμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρακωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου βρακώνομαι
Άλλοι τύποι
βρακωμέναβρακωμένεβρακωμένεςβρακωμένηβρακωμένηςβρακωμένοβρακωμένοιβρακωμένοςβρακωμένουβρακωμένουςβρακωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →