βρασιά
•
- η αλκοολική ζύμωση και η ολοκλήρωση της παρασκευής μπίρας ή άλλου σχετικού ποτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρασιά < βράζω + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρασιά | βρασιές |
| Γενική | βρασιάς | βρασιών |
| Αιτιατική | βρασιά | βρασιές |
| Κλητική | βρασιά | βρασιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →