Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρασμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φυσικήτο φαινόμενο που συνοδεύει τη μετάβαση ενός υγρού σε αέριο, όταν εξάτμιση γίνεται σε όλη τη μάζα του υγρού κι όχι μόνον επιφανειακά Βικιλεξικό
    • σχετικά με τη διδασκαλία/μάθηση των φαινομένων εξαέρωσης, υγροποίησης και εξάτμισης. Τα φαινόμενα εξαέρωσης μέσω βρασμού και υγροποίησης χρησιμοποιούνται συνήθως στο νηπιαγωγείο για τη διδασκαλία του κύκλου του νερού (Κατερίνα Πλακίτση, Ελένη Κολοκούρη, Ευθύμιος Σταμούλης, Ερευνητικές και διδακτικές προσεγγίσεις για τις Φυσικές Επιστήμες στην Προσχολική Εκπαίδευση, 2023, σελ. 183)
  2. η διαδικασία της ζύμωσης Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάταραγμένη ψυχική κατάσταση Βικιλεξικό
    • βρασμός ψυχικής οργής
  4. η ακμή μιας κατάστασης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βρασμός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βρασμός < αρχαία ελληνική βρασμός < βράζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβρασμόςβρασμοί
Γενικήβρασμούβρασμών
Αιτιατικήβρασμόβρασμούς
Κλητικήβρασμέβρασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →