Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βραστερός

/vɾa.steˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εύκολα βράζει Βικιλεξικό
    • άμα τα όσπρια δεν είναι βραστερά, όσες ώρες και να τα βράσεις, πάλι άβραστα θα μείνουν

Ετυμολογία

βραστερός < (βράζω) βρασ- + -τερός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβραστερόςβραστερήβραστερό
Γενικήβραστερούβραστερήςβραστερού
Αιτιατικήβραστερόβραστερήβραστερό
Κλητικήβραστερέβραστερήβραστερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβραστεροίβραστερέςβραστερά
Γενικήβραστερώνβραστερώνβραστερών
Αιτιατικήβραστερούςβραστερέςβραστερά
Κλητικήβραστεροίβραστερέςβραστερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →