βραχέως
•
- λόγιομε βραχύ τρόπο, με συντομία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχέως < αρχαία ελληνική βραχέως.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
βραχέως < αρχαία ελληνική βραχέως.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →