βραχεία
•
- θηλυκό του βραχύς, στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού Βικιλεξικό
- π.χ. βραχεία συλλαβή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →