βραχνιάζω
•
- γίνομαι βραχνός, αποκτώ βραχνή φωνή Βικιλεξικό
- σε σχήμα υπερβολήςεπαναλαμβάνω κάτι πολλές φορές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχνιάζω < βραχνός
Άλλοι τύποι
βράχνιαζαβράχνιασαβραχνιάσωβραχνιασμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →