βραχοκιρκίνεζο
•
- πτηνόείδος πουλιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχοκιρκίνεζο < βράχο(ς) + κιρκινέζ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βραχοκιρκίνεζο | βραχοκιρκίνεζα |
| Γενική | βραχοκιρκίνεζου | βραχοκιρκίνεζων |
| Αιτιατική | βραχοκιρκίνεζο | βραχοκιρκίνεζα |
| Κλητική | βραχοκιρκίνεζο | βραχοκιρκίνεζα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →