βραχυκυκλωμένος
•
- που έχει υποστεί βραχυκύκλωμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει μπει σε αδιέξοδο, μπλοκαρισμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχυκυκλωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου βραχυκυκλώνω
Άλλοι τύποι
βραχυκυκλωμέναβραχυκυκλωμένεβραχυκυκλωμένεςβραχυκυκλωμένηβραχυκυκλωμένηςβραχυκυκλωμένοβραχυκυκλωμένοιβραχυκυκλωμένοςβραχυκυκλωμένουβραχυκυκλωμένουςβραχυκυκλωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →