Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βραχυκυκλώνω

ρήμα
•
  1. συνδέω δύο σημεία ενός ηλεκτρικού κυκλώματος με αγωγό μηδενικής ή μικρής αντίστασης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βραχυκυκλώνω < βραχύς + κυκλώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβραχυκυκλώνωβραχυκυκλώνειςβραχυκυκλώνειβραχυκυκλώνουμεβραχυκυκλώνετεβραχυκυκλώνουν / βραχυκυκλώνουνε
Παρατατικόςβραχυκύκλωναβραχυκύκλωνεςβραχυκύκλωνεβραχυκυκλώναμεβραχυκυκλώνατεβραχυκυκλώναν / βραχυκυκλώνανε / βραχυκύκλωναν
Αόριστοςβραχυκύκλωσαβραχυκύκλωσεςβραχυκύκλωσεβραχυκυκλώσαμεβραχυκυκλώσατεβραχυκυκλώσαν / βραχυκυκλώσανε / βραχυκύκλωσαν
Μέλλονταςθα βραχυκυκλώνω / θα βραχυκυκλώσωθα βραχυκυκλώνεις / θα βραχυκυκλώσειςθα βραχυκυκλώνει / θα βραχυκυκλώσειθα βραχυκυκλώνουμε / θα βραχυκυκλώσουμεθα βραχυκυκλώνετε / θα βραχυκυκλώσετεθα βραχυκυκλώνουν / θα βραχυκυκλώνουνε / θα βραχυκυκλώσουν / θα βραχυκυκλώσουνε
Παρακείμενοςέχω βραχυκυκλώσειέχεις βραχυκυκλώσειέχει βραχυκυκλώσειέχουμε βραχυκυκλώσειέχετε βραχυκυκλώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βραχυκυκλώσειείχες βραχυκυκλώσειείχε βραχυκυκλώσειείχαμε βραχυκυκλώσει——
Υποτακτικήνα έχω βραχυκυκλώσει / να βραχυκυκλώνω / να βραχυκυκλώσωνα έχεις βραχυκυκλώσει / να βραχυκυκλώνεις / να βραχυκυκλώσειςνα έχει βραχυκυκλώσει / να βραχυκυκλώνει / να βραχυκυκλώσεινα έχουμε βραχυκυκλώσει / να βραχυκυκλώνουμε / να βραχυκυκλώσουμενα έχετε βραχυκυκλώσει / να βραχυκυκλώνετε / να βραχυκυκλώσετενα βραχυκυκλώνουν / να βραχυκυκλώνουνε / να βραχυκυκλώσουν / να βραχυκυκλώσουνε
Προστακτική—βραχυκύκλωνε / βραχυκύκλωσε——βραχυκυκλώνετε / βραχυκυκλώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →