βραχυκυκλώνω
•
- συνδέω δύο σημεία ενός ηλεκτρικού κυκλώματος με αγωγό μηδενικής ή μικρής αντίστασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχυκυκλώνω < βραχύς + κυκλώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βραχυκυκλώνω | βραχυκυκλώνεις | βραχυκυκλώνει | βραχυκυκλώνουμε | βραχυκυκλώνετε | βραχυκυκλώνουν / βραχυκυκλώνουνε |
| Παρατατικός | βραχυκύκλωνα | βραχυκύκλωνες | βραχυκύκλωνε | βραχυκυκλώναμε | βραχυκυκλώνατε | βραχυκυκλώναν / βραχυκυκλώνανε / βραχυκύκλωναν |
| Αόριστος | βραχυκύκλωσα | βραχυκύκλωσες | βραχυκύκλωσε | βραχυκυκλώσαμε | βραχυκυκλώσατε | βραχυκυκλώσαν / βραχυκυκλώσανε / βραχυκύκλωσαν |
| Μέλλοντας | θα βραχυκυκλώνω / θα βραχυκυκλώσω | θα βραχυκυκλώνεις / θα βραχυκυκλώσεις | θα βραχυκυκλώνει / θα βραχυκυκλώσει | θα βραχυκυκλώνουμε / θα βραχυκυκλώσουμε | θα βραχυκυκλώνετε / θα βραχυκυκλώσετε | θα βραχυκυκλώνουν / θα βραχυκυκλώνουνε / θα βραχυκυκλώσουν / θα βραχυκυκλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βραχυκυκλώσει | έχεις βραχυκυκλώσει | έχει βραχυκυκλώσει | έχουμε βραχυκυκλώσει | έχετε βραχυκυκλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βραχυκυκλώσει | είχες βραχυκυκλώσει | είχε βραχυκυκλώσει | είχαμε βραχυκυκλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βραχυκυκλώσει / να βραχυκυκλώνω / να βραχυκυκλώσω | να έχεις βραχυκυκλώσει / να βραχυκυκλώνεις / να βραχυκυκλώσεις | να έχει βραχυκυκλώσει / να βραχυκυκλώνει / να βραχυκυκλώσει | να έχουμε βραχυκυκλώσει / να βραχυκυκλώνουμε / να βραχυκυκλώσουμε | να έχετε βραχυκυκλώσει / να βραχυκυκλώνετε / να βραχυκυκλώσετε | να βραχυκυκλώνουν / να βραχυκυκλώνουνε / να βραχυκυκλώσουν / να βραχυκυκλώσουνε |
| Προστακτική | — | βραχυκύκλωνε / βραχυκύκλωσε | — | — | βραχυκυκλώνετε / βραχυκυκλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →