Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βραχυντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την βράχυνση, αναφέρεται σ' αυτή ή συντελεί σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βραχυντικός < βραχύνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβραχυντικόςβραχυντικήβραχυντικό
Γενικήβραχυντικούβραχυντικήςβραχυντικού
Αιτιατικήβραχυντικόβραχυντικήβραχυντικό
Κλητικήβραχυντικέβραχυντικήβραχυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβραχυντικοίβραχυντικέςβραχυντικά
Γενικήβραχυντικώνβραχυντικώνβραχυντικών
Αιτιατικήβραχυντικούςβραχυντικέςβραχυντικά
Κλητικήβραχυντικοίβραχυντικέςβραχυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →