βραχυντικός
•
- που έχει σχέση με την βράχυνση, αναφέρεται σ' αυτή ή συντελεί σ' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχυντικός < βραχύνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βραχυντικός | βραχυντική | βραχυντικό |
| Γενική | βραχυντικού | βραχυντικής | βραχυντικού |
| Αιτιατική | βραχυντικό | βραχυντική | βραχυντικό |
| Κλητική | βραχυντικέ | βραχυντική | βραχυντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βραχυντικοί | βραχυντικές | βραχυντικά |
| Γενική | βραχυντικών | βραχυντικών | βραχυντικών |
| Αιτιατική | βραχυντικούς | βραχυντικές | βραχυντικά |
| Κλητική | βραχυντικοί | βραχυντικές | βραχυντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →