βραχύκαννος
•
- οπλισμόςπου έχει κοντή κάννη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχύκαννος < βραχύ- + κάνν(η) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βραχύκαννος | βραχύκαννη | βραχύκαννο |
| Γενική | βραχύκαννου | βραχύκαννης | βραχύκαννου |
| Αιτιατική | βραχύκαννο | βραχύκαννη | βραχύκαννο |
| Κλητική | βραχύκαννε | βραχύκαννη | βραχύκαννο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βραχύκαννοι | βραχύκαννες | βραχύκαννα |
| Γενική | βραχύκαννων | βραχύκαννων | βραχύκαννων |
| Αιτιατική | βραχύκαννους | βραχύκαννες | βραχύκαννα |
| Κλητική | βραχύκαννοι | βραχύκαννες | βραχύκαννα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →