βραχύτητα
•
- η ιδιότητα του βραχέος, το να είναι κάποιος βραχύς, μικρός ή σύντομος Βικιλεξικό
- η ιδιότητα του βραχύχρονου, το να είναι κάποιος βραχύχρονος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βραχύτητα < αρχαία ελληνική βραχύτης < βραχύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mréǵʰus (βραχύς) < *mreǵʰ- + *-us
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βραχύτητα | βραχύτητες |
| Γενική | βραχύτητας | βραχυτήτων |
| Αιτιατική | βραχύτητα | βραχύτητες |
| Κλητική | βραχύτητα | βραχύτητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →