Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρεγματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με το βρέγμα, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοβρεγματικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βρεγματικός < βρέγμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβρεγματικόςβρεγματικήβρεγματικό
Γενικήβρεγματικούβρεγματικήςβρεγματικού
Αιτιατικήβρεγματικόβρεγματικήβρεγματικό
Κλητικήβρεγματικέβρεγματικήβρεγματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβρεγματικοίβρεγματικέςβρεγματικά
Γενικήβρεγματικώνβρεγματικώνβρεγματικών
Αιτιατικήβρεγματικούςβρεγματικέςβρεγματικά
Κλητικήβρεγματικοίβρεγματικέςβρεγματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →