βρεγματικός
•
- που σχετίζεται με το βρέγμα, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοβρεγματικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρεγματικός < βρέγμα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βρεγματικός | βρεγματική | βρεγματικό |
| Γενική | βρεγματικού | βρεγματικής | βρεγματικού |
| Αιτιατική | βρεγματικό | βρεγματική | βρεγματικό |
| Κλητική | βρεγματικέ | βρεγματική | βρεγματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βρεγματικοί | βρεγματικές | βρεγματικά |
| Γενική | βρεγματικών | βρεγματικών | βρεγματικών |
| Αιτιατική | βρεγματικούς | βρεγματικές | βρεγματικά |
| Κλητική | βρεγματικοί | βρεγματικές | βρεγματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →