βρετίκια
•
- η αμοιβή που δίνεται σε κάποιον που βρήκε κάτι χαμένο, τα εύρετρα Βικιλεξικό
- "Ορίστε, κυρά μου" να της πεις "την προβατίνα που 'χασες, εγώ τη βρήκα!" Κι η χήρα, άκουσέ με εμένα αφεντικό, η χήρα θα σου δώσει τα βρετίκια, και θα μπεις -ώχου και να 'μουνα κι εγώ στα καπούλια του αλόγου σου!- θα μπεις, σου λέω, καβαλάρης στην Παράδεισο (Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, 1946)
Ετυμολογία
βρετίκια < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →