βρετό
•
- ιδιωματικόαίνιγμα, γρίφος Βικιλεξικό
- Αφού έτρωγαν έκαμναν διάφορα παιχνίδια, έλεγαν αποκρηάτικα αστεία, βρετά, τραγούδια, γλωσσοδέτες, δυσκολεύουνταν να τα πούνε γλήγορα, τάλεγαν παραλλαγμένα και γελούσανε.
Ετυμολογία
βρετό < πιθανολογείται είτε η προτροπή «βρε το» (βρες το), που ακολουθούσε την εκφώνηση αινιγμάτων, είτε η αρχαία ελληνική εὑρετόν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρετό | βρετά |
| Γενική | βρετού | βρετών |
| Αιτιατική | βρετό | βρετά |
| Κλητική | βρετό | βρετά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →