Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρετό

/vɾeˈto/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόαίνιγμα, γρίφος Βικιλεξικό
    • Αφού έτρωγαν έκαμναν διάφορα παιχνίδια, έλεγαν αποκρηάτικα αστεία, βρετά, τραγούδια, γλωσσοδέτες, δυσκολεύουνταν να τα πούνε γλήγορα, τάλεγαν παραλλαγμένα και γελούσανε.

Ετυμολογία

βρετό < πιθανολογείται είτε η προτροπή «βρε το» (βρες το), που ακολουθούσε την εκφώνηση αινιγμάτων, είτε η αρχαία ελληνική εὑρετόν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβρετόβρετά
Γενικήβρετούβρετών
Αιτιατικήβρετόβρετά
Κλητικήβρετόβρετά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →