βρεχάμενα
•
- ναυτικός όροςτα ύφαλα ενός πλεούμενου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρεχάμενα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου βρεχάμενος στον πληθυντικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρεχάμενα | βρεχάμενα |
| Γενική | — | βρεχάμενων |
| Αιτιατική | — | βρεχάμενα |
| Κλητική | — | βρεχάμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →