βρεχτούρα
•
- κουζινικάσκεύος με τρύπες στο στόμιο, κατάλληλο για ράντισμα Βικιλεξικό
- κουζινικάσκεύος με τρύπες στο στόμιο, κατάλληλο για ράντισμα Βικιλεξικό
- βρεκτηρία (καθαρεύουσα)
- κουζινικάσκεύος με τρύπες στο στόμιο, κατάλληλο για ράντισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρεχτούρα < βρέχω + -τούρα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρεχτούρα | βρεχτούρες |
| Γενική | βρεχτούρας | — |
| Αιτιατική | βρεχτούρα | βρεχτούρες |
| Κλητική | βρεχτούρα | βρεχτούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →