βριζόνι
•
- χειροκίνητος ανελκυστήρας με δίχτυ ή καλάθι, με τον οποίο μπορούμε να μεταφέρουμε ανθρώπους ή αντικείμενα από υψηλότερο σε χαμηλότερο μέρος και το αντίθετο Βικιλεξικό
- Η μονή των Αγίων Πάντων ή Βαρλαάμ είναι το δεύτερο μεγάλο μοναστήρι των Μετεώρων. Μετά την είσοδο ένας καμαροσκέπαστος διάδρομος οδηγεί τον επισκέπτη στη μικρή κλιμακωτή αυλή με τη θαυμάσια θέα. Στα ανατολικά βρίσκεται το νοσοκομείο με τον μικρό ναό των Αγίων Αναργύρων, στα βόρεια το καθολικό των Αγίων Πάντων, ο ξενώνας, κελλιά, βοηθητικοί χώροι και ο πύργος για το βριζόνι και προς τα δυτικά το παλιό μαγειρείο, η τράπεζα, ο ναός των Τριών Ιεραρχών και κελλιά. (http://odysseus.culture.gr)
- κατασκευή με την οποία μεταφέρονταν (ελαφρά ή και λίγο βαρύτερα) πράγματα από ένα μέρος σε άλλο Βικιλεξικό
- Στο βριζόνι π.χ., τα παλιότερα χρόνια που ξεφλούδιζαν τα καλαμπόκια (ρόκες) με τα χέρια, ρίχναν τα ροκόφυλλα, και δυο άτομα τα μετέφεραν στην αποθήκη για ζωοτροφή. (Θανάσης Γ. Ανωγιάτης, «Λέξεις που αποχωρούν», Πρεβεζάνικα Χρονικά, 55-56 (2019) 258)
Ετυμολογία
βριζόνι < βρίζα + -όνι < θρακική *briza (βρίζα, σίκαλη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βριζόνι | βριζόνια |
| Γενική | βριζονιού | βριζονιών |
| Αιτιατική | βριζόνι | βριζόνια |
| Κλητική | βριζόνι | βριζόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →