βρικολάκιασμα
•
- το αποτέλεσμα του βρικολακιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρικολάκιασμα < (βρικολακιάζω) βρικολακιασ- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρικολάκιασμα | βρικολακιάσματα |
| Γενική | βρικολακιάσματος | βρικολακιασμάτων |
| Αιτιατική | βρικολάκιασμα | βρικολακιάσματα |
| Κλητική | βρικολάκιασμα | βρικολακιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →