βρικολακιάζω
•
- γίνομαι βρικόλακας Βικιλεξικό
- ο θρύλος λέει ότι στις σαράντα μέρες ο γέρος βρικολάκιασε και κυνήγησε αυτούς που του πήραν το κτήμα
- μεταφορικάμένω άγρυπνος τη νύχτα Βικιλεξικό
- όταν είχα αϋπνίες ξυπνούσα κατά τις δυο το βράδυ και βρικολάκιαζα μέχρι το πρωί
Ετυμολογία
βρικολακιάζω < βρικόλακ(ας) + -ιάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →