βρισίδι
•
- οικείοη εκτόξευση ή η ανταλλαγή ύβρεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρισίδι < βρισιά + -ίδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρισίδι | βρισίδια |
| Γενική | βρισιδιού | βρισιδιών |
| Αιτιατική | βρισίδι | βρισίδια |
| Κλητική | βρισίδι | βρισίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →