Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βριτσίλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κεφαλονίτικο ιδίωμαερεθισμός του δέρματος Βικιλεξικό
    • το βρυτσίλες ήτοι δίυγρα εδάφη προέρχονται ουχί εκ του βριτσίλες --- ιδρωτίδες , αλλά εκ του βρυσίλες (Αθηνά: Σύγγραμμα περιοδικόν της Εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας, τόμοι 35-36, 1924, σελ. 269)

Ετυμολογία

βριτσίλα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβριτσίλαβριτσίλες
Γενικήβριτσίλας—
Αιτιατικήβριτσίλαβριτσίλες
Κλητικήβριτσίλαβριτσίλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →