Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρογχικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τους βρόγχους, ανήκει σ’ αυτούς ή αναφέρεται σ’ αυτούς. Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοβρογχικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βρογχικός < βρόγχος + -ικός < (μεταφραστικό δάνειο) νεολατινική bronchialis < αρχαία ελληνική βρογχία / βρόγχια < βρόγχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβρογχικόςβρογχικήβρογχικό
Γενικήβρογχικούβρογχικήςβρογχικού
Αιτιατικήβρογχικόβρογχικήβρογχικό
Κλητικήβρογχικέβρογχικήβρογχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβρογχικοίβρογχικέςβρογχικά
Γενικήβρογχικώνβρογχικώνβρογχικών
Αιτιατικήβρογχικούςβρογχικέςβρογχικά
Κλητικήβρογχικοίβρογχικέςβρογχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →