Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρολβλός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόο βολβός (Κρήτη, όπως λέγεται ειδικότερα στη περιοχή Μαδάρες όπου και φυτρώνει σε μεγάλο αριθμό)^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βρολβλός < βολβός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβρολβλόςβρολβλοί
Γενικήβρολβλούβρολβλών
Αιτιατικήβρολβλόβρολβλούς
Κλητικήβρολβλέβρολβλοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →