βρομίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος βρομίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βρομίζομαι | βρομίζεσαι | βρομίζεται | βρομιζόμαστε | βρομίζεστε | βρομίζονται |
| Παρατατικός | βρομιζόμουν / βρομιζόμουνα | βρομιζόσουν / βρομιζόσουνα | βρομιζόταν / βρομιζότανε | βρομιζόμασταν / βρομιζόμαστε | βρομιζόσασταν / βρομιζόσαστε | βρομίζονταν / βρομιζόντουσαν |
| Αόριστος | βρομίστηκα | βρομίστηκες | βρομίστηκε | βρομιστήκαμε | βρομιστήκατε | βρομίστηκαν / βρομιστήκαν / βρομιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα βρομίζομαι / θα βρομιστώ | θα βρομίζεσαι / θα βρομιστείς | θα βρομίζεται / θα βρομιστεί | θα βρομιζόμαστε / θα βρομιστούμε | θα βρομίζεστε / θα βρομιστείτε | θα βρομίζονται / θα βρομιστούν / θα βρομιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω βρομιστεί | έχεις βρομιστεί | έχει βρομιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βρομιστεί | είχες βρομιστεί | είχε βρομιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βρομιστεί / να βρομίζομαι / να βρομιστώ | να έχεις βρομιστεί / να βρομίζεσαι / να βρομιστείς | να έχει βρομιστεί / να βρομίζεται / να βρομιστεί | να βρομιζόμαστε / να βρομιστούμε | να βρομίζεστε / να βρομιστείτε | να βρομίζονται / να βρομιστούν / να βρομιστούνε |
| Προστακτική | — | βρομίζου / βρομίσου | — | — | βρομίζεστε / βρομιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →