Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρομώ

/vɾoˈmo/ρήμα
•
  1. σπανιότερος τύπος του βρομάω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βρομώ < :* Κατά τον Ανδριώτη, < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική βρομέω / βρομῶ (κροτώ) < βρόμος (κρότος) και όχι βρῶμος διότι θα ανέμενε ρήμα *βρωματίζω όπως στα κρίμα > κριματίζω, χώμα > χωματίζω. :* Κατά την άποψη του Μπαμπινιώτη αρχαία ελληνική βρομέω / βρομῶ (κάνω θόρυβο) < βρόμος (θόρυβος, κρότος). Από το ελληνιστικό βρωμέω / βρωμῶ (μυρίζω άσχημα) < το ουσιαστικό βρῶμος, βρόμος για το οποίο η γραφή με όμικρον είναι «καλύτερα μαρτυρημένη» στα κείμενα, και «φαίνεται να ταυτίζεται» με το βρόμος (θόρυβος). Για τη γραφή με ωμέγα βρω- σημειώνει ότι πιθανόν έχει εκφραστικό χαρακτήρα, από την επίδραση του ουδέτερου βρῶμα (τροφή, έδεσμα, απ' όπου και βρώση) :* Κατά την άποψη του Ευάγγελου Πετρούνια, κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή βρωμῶ < βρῶμος, βρόμος (ορθογραφική απλοποίηση) και θεωρεί διαφορετικό το αρχαίο βρόμος (κρότος, πάταγος) : ΣτΕ → δείτε και τη λέξη βρόμα και το αρχαίο ουδέτερο ουσιαστικό βρῶμα, στη φράση «σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία»

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →