βροντοχτυπώ
•
- σπάνιοχτυπώ με δύναμη ή θόρυβο Βικιλεξικό
- Μη βροντοχτυπάς τις χάντρες / η δουλειά κάνει τους άντρες / το γιαπί το πιλοφόρι το μυστρί.
Ετυμολογία
βροντοχτυπώ < μεσαιωνική ελληνική βροντοκτυπώ < αρχαία ελληνική βροντάω / βροντῶ + κτυπέω / κτυπῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βροντοχτυπάω / βροντοχτυπώ | βροντοχτυπάς | βροντοχτυπά / βροντοχτυπάει | βροντοχτυπάμε / βροντοχτυπούμε | βροντοχτυπάτε | βροντοχτυπάν / βροντοχτυπάνε / βροντοχτυπούν / βροντοχτυπούνε |
| Παρατατικός | βροντοχτυπούσα | βροντοχτυπούσες | βροντοχτυπούσε | βροντοχτυπούσαμε | βροντοχτυπούσατε | βροντοχτυπούσαν / βροντοχτυπούσανε |
| Αόριστος | βροντοχτύπησα | βροντοχτύπησες | βροντοχτύπησε | βροντοχτυπήσαμε | βροντοχτυπήσατε | βροντοχτυπήσαν / βροντοχτυπήσανε / βροντοχτύπησαν |
| Μέλλοντας | θα βροντοχτυπάω / θα βροντοχτυπήσω / θα βροντοχτυπώ | θα βροντοχτυπάς / θα βροντοχτυπήσεις | θα βροντοχτυπά / θα βροντοχτυπάει / θα βροντοχτυπήσει | θα βροντοχτυπάμε / θα βροντοχτυπήσουμε / θα βροντοχτυπούμε | θα βροντοχτυπάτε / θα βροντοχτυπήσετε | θα βροντοχτυπάν / θα βροντοχτυπάνε / θα βροντοχτυπήσουν / θα βροντοχτυπήσουνε / θα βροντοχτυπούν / θα βροντοχτυπούνε |
| Παρακείμενος | έχω βροντοχτυπήσει | έχεις βροντοχτυπήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βροντοχτυπήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βροντοχτυπήσει / να βροντοχτυπάω / να βροντοχτυπήσω / να βροντοχτυπώ | να έχεις βροντοχτυπήσει / να βροντοχτυπάς / να βροντοχτυπήσεις | να βροντοχτυπά / να βροντοχτυπάει / να βροντοχτυπήσει | να βροντοχτυπάμε / να βροντοχτυπήσουμε / να βροντοχτυπούμε | να βροντοχτυπάτε / να βροντοχτυπήσετε | να βροντοχτυπάν / να βροντοχτυπάνε / να βροντοχτυπήσουν / να βροντοχτυπήσουνε / να βροντοχτυπούν / να βροντοχτυπούνε |
| Προστακτική | — | βροντοχτύπα / βροντοχτύπαγε / βροντοχτύπησε | — | — | βροντοχτυπάτε / βροντοχτυπήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →