βροντόλυρα
•
- μουσικό όργανοείδος κρητικής λύρας με μεγαλύτερο και βαθύτερο σκάφος, που αποδίδει βαρύτερο, δυνατό και μπάσο ήχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βροντόλυρα < βροντώ + -ο- + λύρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βροντόλυρα | βροντόλυρες |
| Γενική | βροντόλυρας | βροντολυρών |
| Αιτιατική | βροντόλυρα | βροντόλυρες |
| Κλητική | βροντόλυρα | βροντόλυρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →