βρούχος
•
- ιδιωματικόβρυχηθμός, ήχος όμοιος με βρυχηθμό Βικιλεξικό
- ο βρούχος των κυμάτω [sic] (από δημοτικό τραγούδι)
- ιδιωματικόθόρυβος Βικιλεξικό
- Κι ευτύς ο βουρκωμένος κάμπος με τόσο βρούχος εσείστη (Νίκος Καζαντζάκης, μετάφραση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη (Dante), Κόλαση, 3.3.)
- έντομοείδος ακρίδας χωρίς φτερά, έντομο της τάξης Κολεόπτερα της οικογένειας των Βρουχιδών που προκαλεί ζημιές σε διάφορα όσπρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρούχος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βροῦχος (ουδέτερο) < βρύχος (ουδέτερο) < αρχαία ελληνική βρυχάομαι / βρυχῶμαι < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρούχος | βρούχοι |
| Γενική | βρούχου | βρούχων |
| Αιτιατική | βρούχο | βρούχους |
| Κλητική | βρούχε | βρούχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →