Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρυγμός

/vɾiɣˈmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήτο σφίξιμο ή τρίξιμο των δοντιών το οποίο γίνεται ασυναίσθητα κατά τη διάρκεια του ύπνου ή λόγω άγχους Βικιλεξικό
    • Κλιμάκωση υπήρξε και στο μετεκλογικό τρίξιμο δοντιών. Ο βρυγμός προς τη γαλλική πλευρά ήταν ανεπαίσθητος, προς δε τη δική μας πολύ ισχυρότερος και απειλητικότερος.

Ετυμολογία

βρυγμός < αρχαία ελληνική βρυγμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβρυγμόςβρυγμοί
Γενικήβρυγμούβρυγμών
Αιτιατικήβρυγμόβρυγμούς
Κλητικήβρυγμέβρυγμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →