βρυγμός
•
- ιατρικήτο σφίξιμο ή τρίξιμο των δοντιών το οποίο γίνεται ασυναίσθητα κατά τη διάρκεια του ύπνου ή λόγω άγχους Βικιλεξικό
- Κλιμάκωση υπήρξε και στο μετεκλογικό τρίξιμο δοντιών. Ο βρυγμός προς τη γαλλική πλευρά ήταν ανεπαίσθητος, προς δε τη δική μας πολύ ισχυρότερος και απειλητικότερος.
Ετυμολογία
βρυγμός < αρχαία ελληνική βρυγμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρυγμός | βρυγμοί |
| Γενική | βρυγμού | βρυγμών |
| Αιτιατική | βρυγμό | βρυγμούς |
| Κλητική | βρυγμέ | βρυγμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →