βρυσούλα
•
- υποκοριστικό του βρύση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρυσούλα < βρύση + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρυσούλα | βρυσούλες |
| Γενική | βρυσούλας | — |
| Αιτιατική | βρυσούλα | βρυσούλες |
| Κλητική | βρυσούλα | βρυσούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →