βρυχηθμός
•
- η κραυγή ή το μούγκρισμα μερικών άγριων θηρίων και κυρίως του λιονταριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρυχηθμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βρυχηθμός (για λιοντάρι) < αρχαία ελληνική (για τη θάλασσα) < βρυχάομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρυχηθμός | βρυχηθμοί |
| Γενική | βρυχηθμού | βρυχηθμών |
| Αιτιατική | βρυχηθμό | βρυχηθμούς |
| Κλητική | βρυχηθμέ | βρυχηθμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →