βρόμικο
•
- οικείοχορταστικό σάντουιτς από καντίνα στο δρόμο Βικιλεξικό
- (κατ’ επέκταση) κάθε αγοραστό μεγάλο σάντουιτς
- (συνεκδοχικά) καντίνα στο δρόμο που πουλάει σάντουιτς
Ετυμολογία
βρόμικο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρόμικο | βρόμικα |
| Γενική | βρόμικου | βρόμικων |
| Αιτιατική | βρόμικο | βρόμικα |
| Κλητική | βρόμικο | βρόμικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →