βρόντημα
•
- ο κρότος, ο ισχυρός θόρυβος που προκαλείται όταν βροντάει κάτι, συνήθως μια πόρτα που κλείνει απότομα από τον άνεμο ή τον εκνευρισμό εκείνου που φεύγει/μπαίνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρόντημα < βροντή + μα ή -γμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρόντημα | βροντήματα |
| Γενική | βροντήματος | βροντημάτων |
| Αιτιατική | βρόντημα | βροντήματα |
| Κλητική | βρόντημα | βροντήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →