Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρόντος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο ήχος της βροντής Βικιλεξικό
  2. γενικότερακάθε πολύ δυνατός ήχος, κυρίως όταν συνοδεύεται και από δόνηση Βικιλεξικό
    • Γι’ αυτή το πέρα­σμα του καιρού το μετρά ο βρόντος του αργαλειού της κάτω στο ανήλιαγο και απάτωτο κατώγι. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )
    • Καλύτερα, λεβέντη μου, τη μάχη ν' αποφεύγεις / παρά να κάνεις ταρζανιές, παλικαριές στο βρόντο (Ομήρου Ιλιάδα του Μιχάλη Γκανά, 2019)

Ετυμολογία

βρόντος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβρόντοςβρόντοι
Γενικήβρόντουβρόντων
Αιτιατικήβρόντοβρόντους
Κλητικήβρόντεβρόντοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →