βρόχι
•
- λαϊκότροποθηλιά (με ειδικό μηχανισμό) με την οποία παγιδεύουμε (μικρά) θηράματα Βικιλεξικό
- Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή, / μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι, / έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί, / γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ. // Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς, / κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει, / μονάχος βρες την άκρη της κλωστής, / κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι. (Από τραγούδι σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική Σταύρου Ξαρχάκου)
- μεταφορικάξεγέλασμα, πλεκτάνη, παγίδευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρόχι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βρόχι(ν) < ελληνιστική κοινή βρόχιον < αρχαία ελληνική βρόχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρόχι | βρόχια |
| Γενική | βροχιού | βροχιών |
| Αιτιατική | βρόχι | βρόχια |
| Κλητική | βρόχι | βρόχια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →