Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρόχος

/ˈvɾo.xos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοθηλιά σε μία κρεμάλα Βικιλεξικό
    • Αυτοκτόνησε κάνοντας βρόχο με το καλώδιο της σόμπας.
  2. παρωχημένοθηλιά για παγίδευση μικρών ζώων όπως πουλιά Βικιλεξικό
  3. λόγιοοτιδήποτε σφίγγει και πνίγει και κατ’ επέκταση, δεσμεύει και πιέζει Βικιλεξικό
  4. προγραμματισμόςσύνολο εντολών προγραμματισμού που επαναλαμβάνονται κυκλικά όσο ικανοποιείται μία συγκεκριμένη συνθήκη Βικιλεξικό
    • βρόχος επανάληψης
  5. ηλεκτρολογίακλάδοι δικτύου που αναπτύσσονται σε κλειστή (κυκλική) διαδρομή Βικιλεξικό
  6. τηλεπικοινωνίεςζεύξη μεταξύ της τερματικής συνδρομητικής συσκευής και του τοπικού τηλεφωνικού κέντρου μεταγωγής Βικιλεξικό
    • τοπικός βρόχος
  7. ιατρικήσυρμάτινη χειρουργική αγκύλη για την αφαίρεση μικρών όγκων, κυρίως πολυπόδων Βικιλεξικό
  8. κενό στο πλέγμα διχτυού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βρόχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βρόχος. Οι σημασίες στην τεχνολογία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική loop. Η σημασία «ιατρικό εργαλείο» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική snare.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβρόχοςβρόχοι
Γενικήβρόχουβρόχων
Αιτιατικήβρόχοβρόχους
Κλητικήβρόχεβρόχοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →