βρόχος
•
- λόγιοθηλιά σε μία κρεμάλα Βικιλεξικό
- Αυτοκτόνησε κάνοντας βρόχο με το καλώδιο της σόμπας.
- παρωχημένοθηλιά για παγίδευση μικρών ζώων όπως πουλιά Βικιλεξικό
- λόγιοοτιδήποτε σφίγγει και πνίγει και κατ’ επέκταση, δεσμεύει και πιέζει Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςσύνολο εντολών προγραμματισμού που επαναλαμβάνονται κυκλικά όσο ικανοποιείται μία συγκεκριμένη συνθήκη Βικιλεξικό
- βρόχος επανάληψης
- ηλεκτρολογίακλάδοι δικτύου που αναπτύσσονται σε κλειστή (κυκλική) διαδρομή Βικιλεξικό
- τηλεπικοινωνίεςζεύξη μεταξύ της τερματικής συνδρομητικής συσκευής και του τοπικού τηλεφωνικού κέντρου μεταγωγής Βικιλεξικό
- τοπικός βρόχος
- ιατρικήσυρμάτινη χειρουργική αγκύλη για την αφαίρεση μικρών όγκων, κυρίως πολυπόδων Βικιλεξικό
- κενό στο πλέγμα διχτυού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρόχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βρόχος. Οι σημασίες στην τεχνολογία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική loop. Η σημασία «ιατρικό εργαλείο» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική snare.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρόχος | βρόχοι |
| Γενική | βρόχου | βρόχων |
| Αιτιατική | βρόχο | βρόχους |
| Κλητική | βρόχε | βρόχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →