βρώμικος
•
- παρωχημένη γραφή του βρόμικος Βικιλεξικό
- Από μέσα οι Γύφτοι έχουν κολλήσει στους τοίχους τα σανιδένια χάρβαλά τους, που τα στολίζουν τενεκέδες. Έβλεπα κάτι στενές αυλές, βρώμικες, και ήταν μέσα στιβαγμένες γύφτισσες μισόγυμνες, και γυφτόπουλα κουρελιασμένα. (Ίων Δραγούμης, Στην Πόλη, 1904)
Ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βρώμικος | βρώμικη | βρώμικο |
| Γενική | βρώμικου | βρώμικης | βρώμικου |
| Αιτιατική | βρώμικο | βρώμικη | βρώμικο |
| Κλητική | βρώμικε | βρώμικη | βρώμικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βρώμικοι | βρώμικες | βρώμικα |
| Γενική | βρώμικων | βρώμικων | βρώμικων |
| Αιτιατική | βρώμικους | βρώμικες | βρώμικα |
| Κλητική | βρώμικοι | βρώμικες | βρώμικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →