Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρώση

/ˈvɾo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοφάγωμα, κατανάλωση τροφής, τροφίμων Βικιλεξικό
    • Δὲν παίρνει μόνον ἄρματα φονικά, δοξάρια καὶ σαγίτες, σπαθιὰ καὶ ἀπελατίκια· μὰ καὶ τροφές βρώση καὶ πόση γιὰ ξεγέλασμα. Παίρνει κρέατα – βόδια ὁλάκερα· παίρνει ψωμιὰ – φούρνους ἀδαπάνητους· παίρνει κρασιὰ – βαρέλια χιλιοστέφανα.

Ετυμολογία

βρώση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βρῶ(σις) + -ση < βιβρώσκω (καταβροχθίζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβρώσηβρώσεις
Γενικήβρώσηςβρώσεων
Αιτιατικήβρώσηβρώσεις
Κλητικήβρώσηβρώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →