βυζαγμένος
•
- που έχει βυζάξει, που τον έχουν θηλάσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βυζαγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου βυζαίνω
Άλλοι τύποι
βυζαγμέναβυζαγμένεβυζαγμένεςβυζαγμένηβυζαγμένηςβυζαγμένοβυζαγμένοιβυζαγμένοςβυζαγμένουβυζαγμένουςβυζαγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →