βυζανιάρικο
•
- παιδί που θηλάζει ή γενικότερα μικρής ηλικίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βυζανιάρικο < μεσαιωνική ελληνική βυζανιάρικο, ουδέτερο του βυζανιάρικος < βυζανιάρης < βυζάνω < βυζί(ν) < ελληνιστική κοινή βύζιον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βυζανιάρικο | βυζανιάρικα |
| Γενική | βυζανιάρικου | βυζανιάρικων |
| Αιτιατική | βυζανιάρικο | βυζανιάρικα |
| Κλητική | βυζανιάρικο | βυζανιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →