βυζασταρούδι
•
- λαϊκότροποβρέφος που θηλάζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βυζασταρούδι < βυζαστάρ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -ούδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βυζασταρούδι | βυζασταρούδια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | βυζασταρούδι | βυζασταρούδια |
| Κλητική | βυζασταρούδι | βυζασταρούδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →