βυθομέτρηση
•
- ναυτικός όροςη ενέργεια και το αποτέλεσμα του βυθομετρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βυθομέτρηση < βυθομετρώ βυθομετρη- + -ση. Επιφανειακά αναλύεται σε βυθο- + μέτρηση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βυθομέτρηση | βυθομετρήσεις |
| Γενική | βυθομέτρησης | βυθομετρήσεων |
| Αιτιατική | βυθομέτρηση | βυθομετρήσεις |
| Κλητική | βυθομέτρηση | βυθομετρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →