βυθοσκοπώ
•
- παρατηρώ (με βυθοσκόπιο ή αυτοψία) τον βυθό (θάλασσας, λίμνης, ποταμού κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βυθοσκοπώ < βυθός + -ο- + -σκοπώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βυθοσκοπώ | βυθοσκοπείς | βυθοσκοπεί | βυθοσκοπούμε | βυθοσκοπείτε | βυθοσκοπούν / βυθοσκοπούνε |
| Παρατατικός | βυθοσκοπούσα | βυθοσκοπούσες | βυθοσκοπούσε | βυθοσκοπούσαμε | βυθοσκοπούσατε | βυθοσκοπούσαν / βυθοσκοπούσανε |
| Αόριστος | βυθοσκόπησα | βυθοσκόπησες | βυθοσκόπησε | βυθοσκοπήσαμε | βυθοσκοπήσατε | βυθοσκοπήσαν / βυθοσκοπήσανε / βυθοσκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα βυθοσκοπήσω / θα βυθοσκοπώ | θα βυθοσκοπήσεις / θα βυθοσκοπείς | θα βυθοσκοπήσει / θα βυθοσκοπεί | θα βυθοσκοπήσουμε / θα βυθοσκοπούμε | θα βυθοσκοπήσετε / θα βυθοσκοπείτε | θα βυθοσκοπήσουν / θα βυθοσκοπήσουνε / θα βυθοσκοπούν / θα βυθοσκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω βυθοσκοπήσει | έχεις βυθοσκοπήσει | έχει βυθοσκοπήσει | έχουμε βυθοσκοπήσει | έχετε βυθοσκοπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βυθοσκοπήσει | είχες βυθοσκοπήσει | είχε βυθοσκοπήσει | είχαμε βυθοσκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βυθοσκοπήσει / να βυθοσκοπήσω / να βυθοσκοπώ | να έχεις βυθοσκοπήσει / να βυθοσκοπήσεις / να βυθοσκοπείς | να έχει βυθοσκοπήσει / να βυθοσκοπήσει / να βυθοσκοπεί | να έχουμε βυθοσκοπήσει / να βυθοσκοπήσουμε / να βυθοσκοπούμε | να έχετε βυθοσκοπήσει / να βυθοσκοπήσετε / να βυθοσκοπείτε | να βυθοσκοπήσουν / να βυθοσκοπήσουνε / να βυθοσκοπούν / να βυθοσκοπούνε |
| Προστακτική | — | βυθοσκόπει / βυθοσκόπησε | — | — | βυθοσκοπήστε / βυθοσκοπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →