βυνοποιώ
•
- μετατρέπω το κριθάρι σε βύνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βυνοποιώ < βύνη + -ο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βυνοποιώ | βυνοποιείς | βυνοποιεί | βυνοποιούμε | βυνοποιείτε | βυνοποιούν / βυνοποιούνε |
| Παρατατικός | βυνοποιούσα | βυνοποιούσες | βυνοποιούσε | βυνοποιούσαμε | βυνοποιούσατε | βυνοποιούσαν / βυνοποιούσανε |
| Αόριστος | βυνοποίησα | βυνοποίησες | βυνοποίησε | βυνοποιήσαμε | βυνοποιήσατε | βυνοποίησαν / βυνοποιήσαν / βυνοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα βυνοποιήσω / θα βυνοποιώ | θα βυνοποιήσεις / θα βυνοποιείς | θα βυνοποιήσει / θα βυνοποιεί | θα βυνοποιήσουμε / θα βυνοποιούμε | θα βυνοποιήσετε / θα βυνοποιείτε | θα βυνοποιήσουν / θα βυνοποιήσουνε / θα βυνοποιούν / θα βυνοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω βυνοποιήσει | έχεις βυνοποιήσει | έχει βυνοποιήσει | έχουμε βυνοποιήσει | έχετε βυνοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βυνοποιήσει | είχες βυνοποιήσει | είχε βυνοποιήσει | είχαμε βυνοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βυνοποιήσει / να βυνοποιήσω / να βυνοποιώ | να έχεις βυνοποιήσει / να βυνοποιήσεις / να βυνοποιείς | να έχει βυνοποιήσει / να βυνοποιήσει / να βυνοποιεί | να έχουμε βυνοποιήσει / να βυνοποιήσουμε / να βυνοποιούμε | να έχετε βυνοποιήσει / να βυνοποιήσετε / να βυνοποιείτε | να βυνοποιήσουν / να βυνοποιήσουνε / να βυνοποιούν / να βυνοποιούνε |
| Προστακτική | — | βυνοποίει / βυνοποίησε | — | — | βυνοποιήστε / βυνοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →