Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βυρωνισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η μίμηση της λογοτεχνικής γραφής, του ύφους ή/και της ζωής του (Λόρδου) Βύρωνα Βικιλεξικό
  2. ρομαντική διάθεση Βικιλεξικό
  3. πεσιμισμός, απαισιοδοξία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βυρωνισμός < Βύρων + -ισμός < αγγλικά Lord George Gordon Byron VI

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβυρωνισμόςβυρωνισμοί
Γενικήβυρωνισμούβυρωνισμών
Αιτιατικήβυρωνισμόβυρωνισμούς
Κλητικήβυρωνισμέβυρωνισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →