Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βυσματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με το βύσμα κάποιου καλωδίου ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου έχει σχέση με το βύσμα (το μέσο) ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βυσματικός < βύσμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβυσματικόςβυσματικήβυσματικό
Γενικήβυσματικούβυσματικήςβυσματικού
Αιτιατικήβυσματικόβυσματικήβυσματικό
Κλητικήβυσματικέβυσματικήβυσματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβυσματικοίβυσματικέςβυσματικά
Γενικήβυσματικώνβυσματικώνβυσματικών
Αιτιατικήβυσματικούςβυσματικέςβυσματικά
Κλητικήβυσματικοίβυσματικέςβυσματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →