βυσματικός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με το βύσμα κάποιου καλωδίου ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει σχέση με το βύσμα (το μέσο) ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βυσματικός < βύσμα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βυσματικός | βυσματική | βυσματικό |
| Γενική | βυσματικού | βυσματικής | βυσματικού |
| Αιτιατική | βυσματικό | βυσματική | βυσματικό |
| Κλητική | βυσματικέ | βυσματική | βυσματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βυσματικοί | βυσματικές | βυσματικά |
| Γενική | βυσματικών | βυσματικών | βυσματικών |
| Αιτιατική | βυσματικούς | βυσματικές | βυσματικά |
| Κλητική | βυσματικοί | βυσματικές | βυσματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →